Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Ευλογία



Κεριά  οι νύχτες μου
τροχοί οι μέρες
στάχτη από λάβδανο
έχω γευτεί
σπίθες του θέριεψαν
κι ολούθε καίνε
επαναστάσεις
πένθος, οργή.

Ό,τι αντικρίζω νερό από κύμα
ό,τι μεθάω, το πίνω, ζω
νύχτα μου άγουρη
σαν σε βιτρίνα
σε βλέπω εικόνισμα
τάμα ιερό.

Φιλί απ’ αμέθυστο
το στόμα φέρει
μνήμη απ’ άβυσσο σε πυρκαγιά
στην αγκαλιά μου σφίγγω το χέρι
’κεινου που χάρισε
Ζωής ευωδιά.

Κουβέρτα άγγιγμα
και προσκεφάλι τ’ όνειρο
που είδαμε στη μια στιγμή
που ενωθήκαμε σε πυροφάνι
πύρρειο το αίσθημα
φέγγει μια Γη
που μόνοι στέκουμε
καταμεσής της
κι ειν’ ευλογία απ’ ουρανό
μες στ’ αδιέξοδα που εκείνη εσείστει
να λες:  Αγάπη μου!
να λέω:  Σ’ Αγαπώ!





Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

39



Ξύπνησα αυτό το πρωινό
Μόνο τον κόσμο για να βρω ότι είναι ωραίος-
Προς τα σαράντα περπατώ,
Κι ούτε μια τρίχα μου θαρρώ γκρίζα δεν έχω· Νέος
Προς την τετάρτην της ζωής πάω δεκαετία,
Όπου το σθένος όλο της αρχίζει πια να δείχνει,
Δίχως του χρόνου εμφανή να έχουν γίνει ίχνη,
Παρά τ’ όλο μερίδιο που ’χω στην αμαρτία.

Ακολουθούν τα ολοζώντανα τα ζωηρά Σαράντα!
Τα Σαράντα! Τα Σαράντα!
Ακολουθούν ολοζώντανα τα ζωηρά Σαράντα!
Δέκα μας φύλαξε η ζωή χρόνια καλά στην πάντα.

Όλη η εφηβεία πικρή και μαυρισμένη,
Θαμμένος επιτάφιος των παιδικών των χρόνων-
Σαν κάτεργο υπαίθριο σε ξηρασίας χρόνο,
Σαν εργαστήρι δουλικών, αυτά ήταν και μόνο.
Οι χρόνοι όμως των είκοσι την έχουνε καλύψει,
Κι όλος ο κόσμος φαίνεται να είναι ιδανικός-
Θα βρούμε στα Σαράντα μας όλο και κάποια λύση,
Έτσι ώστε να καλύψουμε των νιάτων το κενό.

Έρχονται τα ελεύθερα, τα εκτενή Σαράντα-
Τα Σαράντα! Τα Σαράντα!
Έρχονται τα ελεύθερα και εκτενή Σαράντα!
Δέκα μας φύλαξε η ζωή χρόνια καλά στην πάντα.

Τα είκοσι ήταν τίμια,
Τα πιο γενναία, νομίζω·
Όλοι μέσα σε πρόβλημα,
Στη δουλειά και στο πιοτό·
Όλοι μέσα σε πάλη,
Για χρήμα ή έπαινο.
Μα στα Σαράντα θα βρεθούν
Μέρες σε μποέμ ρυθμό.

Έπονται τα σοφότερα Σαράντα!
Τα Σαράντα! Τα Σαράντα!
Έπονται τα σοφότερα Σαράντα!
Δέκα μας φύλαξε η ζωή χρόνια καλά στην πάντα.

Των τριάντα τα χρόνια υπήρξανε χρόνια μιας κάποιας μοίρας·
Σαν μία μάχη ατέλειωτη παρασκηνιακά.
Πιο σκληρά ήτανε τα χρόνια των τριάντα
Κι ακόμη μελανότερα κι απ’ τα εφηβικά·
Δεν τα άντεξα, τα υπέφερα-
Ξένα μου αυτά τα χρόνια·
Όμως μ’ αφήνουν τώρα πια,
Γιατί είμαι τριάντα εννιά.

Καταφθάνουν τα δριμύτερα Σαράντα!
Τα Σαράντα! Τα Σαράντα!
Και ορίστε τα νοσταλγικά Σαράντα!
Δέκα μας φύλαξε η ζωή χρόνια καλά στην πάντα.


Henry Lawson

Μετάφραση : Μαρία Ανδρεαδέλλη

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Το ρούχο μιας ανοιξιάτικης νύχτας



Αδειανό το πουλόβερ της νύχτα, ριγμένο σχεδόν αδιάφορα στην πλάτη μιας  καρέκλας.
 Το κοίταζε  πότε με παράπονο, πότε με περιέργεια, πότε με αγωνία.
Ήταν κάποτε γεμάτο; Με τι τρόπο το φορούσε; Δεν θυμόταν πια, ή μήπως έκανε πως δεν θυμόταν;
Σαν να ήθελε κάποιος να της το θυμίσει. Κάποιος;  Ποιος κάποιος;  Ποιος νοιάζεται για έναν τυχαίο κάποιο;  Ο ένας, πάντα εκείνον τον έναν  αναζητούμε να μας θυμίσει τα πάντα. Να σταθεί. Να μείνει.
Όσο ο χρόνος περνούσε  τόσο ερχόταν να μοιάσει  στο χρώμα που το φιλοξενούσε. Κάποτε ήταν γαλάζιο και φεγγοβολούσε ανοιξιάτικο φως και θάλασσα, σαν να κατοικούσε συνεχώς μέσα του το σέλας, ρούχο νύχτας που δεν νύχτωνε,  αλλά τόσο καιρό μετά,  είχε γείρει πια σε ένα τόνο πριν αυτό του κάρβουνου, άρχιζαν και  οι  ίνες του  να ζαρώνουν, σαν να έτεινε να μεταλλαχτεί, να  συρρικνωθεί και να κολλήσει σε εκείνη την μαυριδερή καρέκλα που του έτυχε να ριχτεί.
Κοίταξε το ημερολόγιο, κόντευε  επισήμως να σημάνει η ώρα της άνοιξης. Το ίδιο πρωί είχε δει τη φύση καταπράσινη, τις μαργαρίτες ανθισμένες, τις παπαρούνες να λικνίζονται φλερτάροντας με τον ολοζώντανο άνεμο, έναν άνεμο ήπιο, καλοσυνάτο.
Η νύχτα όμως ήταν γυμνή, γυμνή και άφαντη. Ζούσε κάθε φορά που ήταν  η ώρα της να πλησιάσει το κενό της. Κοίταζε από απόσταση το ρούχο της. Το ρούχο μιας ανοιξιάτικης νύχτας που επαναλαμβανόταν  πανομοιότυπα επί  χρόνια.
Το ρολόι της φύσης σύντομα θα σήμαινε  ισημερία κι εκείνη θα έπρεπε ως τότε να αποφασίσει  σε ποια πλευρά  του δρόμου μπορούσε να σταθεί.






Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Ματωμένες λέξεις



Τη νύχτα η φωνή μου ματώνει απ’ τις λέξεις
το φως έχει φύγει που την κρύβει καλά
κι όπως στάζει απ’ το στόμα η αγωνία -  να φέξει-
πλημμυρίζει το σώμα απ’ της αγάπης το χρώμα.

Μην ακούσεις τι λέω τις ώρες εκείνες
τα θέλω μου είναι τόσο ισχυρά
μα πιο πάνω από μένα κι απ’ του νου μου τις ίνες
φτιάχνω χώρο και βάζω τα δικά σου φτερά.

Στης ζωής το ποτάμι έχω πέσει και πάω
με στραμμένο το βλέμμα στη δική σου εποχή
κι ένα νεύμα σου φτάνει με θεριά να τα βάλω
ή να πάω με το ρεύμα - δήθεν ανακωχή.




                                                       Στον πλάστη των ονείρων και γητευτή της ζωής